Skip to main content

Τα μολύβια γράφουν τη δική τους ιστορία

Εάν όλα αυτά τα άψυχα αντικείμενα που χρησιμοποιούμε καθημερινά είχαν ζωή και μπορούσαν να γράψουν τις δικές τους εμπειρίες σχετικά με εμάς, θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα.

Εγώ, λοιπόν, που μεγάλωσα με το μολύβι, το αγάπησα, το εκτίμησα -διότι κατά τη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων είχα ελάχιστα- και συνεχίζω να το προτιμώ, αναρωτιέμαι πώς θα ήταν εάν τα μολύβια μάς έλεγαν τη δική τους ιστορία. Τι έγραψαν, σε ποια χέρια βρέθηκαν, τι έζησαν και που κατέληξαν...

Θα ξεκινήσω, λοιπόν, να γράφω την ιστορία αυτών των μολυβιών, ξεκινώντας με την ιστορία του μετανάστη:

«Θα αρχίσω την ιστορία μου αρκετά χρόνια πριν. Τότε που ήμουν ένα υπέροχο μολύβι, μυτερό, στα πρώτα ράφια ενός μικρού βιβλιοπωλείου κάπου στη Δαμασκό.

Καμάρωνα που είχα αυτή την πλεονεκτική θέση γιατί ήξερα πως θα βρισκόμουν γρήγορα στα χέρια ενός αγοραστή. Ευχόμουν να με επιλέξει ένα μικρό παιδάκι που θα έκανε την πρώτη του προσπάθεια να γράψει. Ήξερα ότι ήμουν πολύ καλό κι ήμουν σίγουρο ότι θα το βοηθούσα. Αλλά κι αν με αγόραζε κάποιος μεγάλος, θα ήθελα απλά να φροντίζει τη μύτη μου έτσι ώστε να είναι πάντα μυτερή και να γράφει μόνο ευχάριστα πράγματα.

Η ευχή μου έγινε πραγματικότητα. Ένα μικρό αγόρι μπήκε στο βιβλιοπωλείο κι ήμουν το πρώτο αντικείμενο που αγόρασε. Η χαρά μου ήταν μεγάλη! Δεν θα σας πω το όνομά του γιατί δεν έχει καμία σημασία. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό του όταν μπήκε στο σπίτι, έτρεξε, πήρε ένα χαρτί κι αμέσως βγήκαμε στον κήπο.

Ποτέ μου δεν είχα δει κήπο παρά μόνο στις σελίδες των βιβλίων που έστεκαν δίπλα μου στο βιβλιοπωλείο. Είχε πολλά λουλούδια που μοσχομύριζαν αλλά και κάποια έντομα που κάθονταν συνέχεια πάνω μου. Άρχισε το αγόρι να γράφει με λαχτάρα και απίστευτη έμπνευση. Σίγουρα δεν ήταν οι πρώτες του λέξεις, αλλά μάλλον το πρώτο του ημερολόγιο.

Έγραφε για τον νέο δάσκαλο που ήρθε στο σχολείο και που το βοηθούσε καθημερινά με την ανάγνωση, στην οποία δεν ήταν πολύ καλός. Έγραφε για την ευγένεια και το χαμόγελό του. Για τη στιγμή που του ανακοίνωσε ότι θα διάβαζε ένα ποίημα μπροστά σε όλα τα παιδιά και τέλος για την υπερηφάνεια που είχε νιώσει εκείνη την ημέρα, σαν τέλειωσε το ποίημα κι όλοι τον χειροκρότησαν.

Κάπως έτσι περνούσαν τα απογεύματά μας. Κάθε μεσημέρι ετοίμαζε τη μύτη μου, έπαιρνε χαρτί και ξεκινούσε.

Ώσπου μια ημέρα έγραψε μια λέξη, μετά με έσφιξε δυνατά στα χέρι του κι έτρεξε στο εσωτερικό του σπιτιού. Αυτή η λέξη ήταν «βομβαρδισμός».

Πάντα φοβόμουν τις λέξεις που είχαν περισσότερα σύμφωνα με λιγότερα φωνήεντα. Είδα το αγοράκι να κλαίει. Μέσα σε μια μέρα άλλαξαν όλα. Μέσα σε λίγες ώρες φύγαμε όλοι από το σπίτι. Με λίγα πράγματα και με τη καρδιά του μικρού αγοριού να χτυπάει δυνατά. Την ένιωθα καθώς με κρατούσε. Είχαν ιδρώσει τα χέρια του. Το είδα πολλές φορές να κλαίει, να φωνάζει, να φοβάται.

Σταμάτησε να γράφει αλλά δεν με άφηνε ούτε λεπτό από το χέρι του. Ανεβήκαμε σε μια βάρκα μαζί με πολλούς άλλους. Το αγοράκι με το ένα χέρι κρατούσε τη μαμά του και με το άλλο εμένα. Ζαλίστηκε στη θάλασσα, το άκουσα να διαμαρτύρεται για φαγητό, για τον ήλιο που το έκαιγε, για τον μπαμπά του που δεν ήταν μαζί μας.

Σήμερα επιτέλους φτάσαμε σε στεριά. Κρυώνω και με βρέχει η θάλασσα. Δε με κρατάει πλέον στα χέρια του το μικρό αγόρι. Το βλέπω κάπου πιο πέρα να στέκει ακίνητο. Δίχως τη μητέρα του δίπλα. Μόνο του, ακίνητο, χωρίς παπούτσια, χωρίς ανάσα, χωρίς όνειρα.

Κι εγώ τώρα για ποιον θα γράφω ιστορίες;».

(Photo: Sergey Ponomarev)