Skip to main content

Πώς το «παλατάκι» γίνεται «παλιόσπιτο»

Ας υποθέσουμε πως ψάχνεις για σπίτι. Έχεις μαζέψει τα χρήματα κι έχεις στο μυαλό σου κάτι συγκεκριμένο.

Ξαφνικά, εκεί που περπατάς αμέριμνος στον δρόμο, βλέπεις μπροστά σου το σπίτι των ονείρων σου! Έχει έναν υπέροχο κήπο, είναι στα τετραγωνικά που το θέλεις και στην περιοχή που το θέλεις και συνειδητοποιείς πως ακόμη και η τιμή του είναι ιδανική. Το αγοράζεις.

Με καμάρι το φροντίζεις, καλείς τους φίλους σου να το δουν και τον πρώτο καιρό πραγματικά το απολαμβάνεις.

Μετά από λίγο, όμως, αρχίζεις να παραμελείς τον κήπο. Δε σε νοιάζει που τα λουλούδια σου θέλουν πότισμα ή που τα δέντρα σου θέλουν φροντίδα.

Αδιαφορείς για την πόρτα που χάλασε και ξεκόλλησαν οι μεντεσέδες της.

Η υγρασία αρχίζει να μαυρίζει τους όμορφους τοίχους και το σπίτι σου μυρίζει άσχημα.

Δεν το καθαρίζεις ποτέ και συνηθίζεις να πετάς τα σκουπίδια όπου να ‘ναι.

Σταματάς να φέρνεις φίλους γιατί πλέον ντρέπεσαι να τους βάλεις μέσα στο σπίτι σου.

Παραδέχεσαι πως το έχεις εγκαταλείψει στη μοίρα του αλλά... έχεις τόσα άλλα πράγματα που πρέπει να σκεφτείς, οπότε κανείς δε θα σε κατηγορήσει που το έχεις φτάσει σε αυτό το χάλι.

Ένα πρωινό, καθώς κλείνεις την πόρτα, πέφτει ένας σοβάς στο κεφάλι σου και σε τραυματίζει. Γυρίζεις, κοιτάς το ταβάνι κι είναι πραγματικά άδικο αλλά και τόσο βολικό να πεις «το παλιόσπιτο, χάλια είναι!».

Αυτό ακριβώς κάνουμε πολλές φορές και με τους δικούς μας ανθρώπους.

Περιμένουμε με λαχτάρα τον ερχομό των παιδιών μας, βγάζουμε άπειρες αναμνηστικές φωτογραφίες, και μετά από λίγο αφήνουμε τα μικρά πράγματα της καθημερινότητας να περνούν δίχως να νοιαζόμαστε.

Περνούν τα χρόνια, τη στιγμή που εμείς ασχολούμαστε με άλλα πράγματα και τα παιδιά μας μεγαλώνουν, φεύγουν, κερδίζουν, χάνουν, προχωρούν, ζητούν την αγκαλιά μας (που είχαμε υποσχεθεί ότι ποτέ δε θα τους τη στερήσουμε) κι εμείς δεν είμαστε πουθενά.

Αυτή η όμορφη σχέση που είχαμε ονειρευτεί αρχίζει και χάνεται μέσα στα παιχνίδια που δεν παίξαμε ποτέ μαζί τους, μέσα τα παράπονα που δεν είχαμε την υπομονή να ακούσουμε, μέσα στα όμορφα λόγια που είχαν ανάγκη να ακούσουν.

Πόσο εύκολα στο πρώτο τους λάθος θα πούμε «μα, τι παλιόπαιδα είναι!».

Ψάχνουμε με λαχτάρα να βρούμε το ταίρι μας και μετά από λίγο ξεχνάμε την ύπαρξή του.

Νιώθουμε πως όλα έχουν μπει σε έναν αυτόματο πιλότο κι εμείς δεν πρέπει να καταβάλουμε καμία προσπάθεια. Εάν είμαστε τόσο μεγαλόψυχοι, ίσως δώσουμε μια αγκαλιά (αυτή που είχαμε ορκιστεί ότι δε θα τη στερήσουμε ποτέ) και περιμένουμε να ακούσουμε λόγια ευγνωμοσύνης κι ευχαριστίες.

Δεν μας αφορά ο χρόνος που αφιερώνουμε στο ταίρι μας, γιατί τον έχουμε κατατάξει στον «χαμένο».

Σταματάμε να λέμε «σ’ αγαπώ» και να φιλιόμαστε γιατί «αυτά είναι για τα δεκαπεντάχρονα».

Μέχρι που φτάνει η στιγμή που δεν έχουμε καμία διάθεση ούτε «σ’ αγαπώ» να πούμε, ούτε να το ακούσουμε. Όταν κάτι δεν ειπωθεί τη στιγμή που πρέπει, μετά χάνει κάθε αξία.

Στο τέλος με μεγάλη ευκολία λέμε «τι παλιάνθρωπος είναι!».

Και κάπως έτσι το «παλατάκι» μας εμείς οι ίδιοι το κάναμε «παλιόσπιτο», αλλά φυσικά δεν έχουμε πάντα την τόλμη να το παραδεχτούμε. Είναι πάντα είναι πιο εύκολο να φταίει «το σπίτι» κι όχι «ο ιδιοκτήτης».