Skip to main content

Μασκαράδες με κέφι, χωρίς έξοδα

Ποια μεταμφίεση σκαρφίστηκαν και φέτος τα παιδιά μου; Ποια στολή θα ζητήσουν; Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, τα ίδια: ψάξιμο στα μαγαζιά, τρέξιμο της τελευταίας στιγμές, και φυσικά, παράπονα και γκρίνια!

Στην αρχή (τους παλιούς καλούς καιρούς δηλαδή) αγοράζαμε κάθε χρόνο διαφορετική. Κάποια στιγμή «δυσκόλεψαν» αρκετά τα πράγματα γιατί ήταν περισσότερο ακριβές απ’ όσο μπορούσαμε να πληρώσουμε.

Τώρα τα παιδιά μεγάλωσαν κι έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα. Ο Ηλίας δε βρίσκει κανένα απολύτως ενδιαφέρον στο αποκριάτικο ντύσιμο κι η Γεωργία έχει το χάρισμα με απλά πράγματα να δημιουργεί μάσκες και στολές.

Οι ντουλάπες τους όμως είναι γεμάτες με διάφορα αποκριάτικα θέματα. Από χορεύτρια oriental μέχρι το θρυλικό dead pool! Τις κοιτάζω και λέω «πεταμένα λεφτά»!

Όταν εγώ ήμουν στην ηλικία των παιδιών μου, το να μασκαρευτούμε είχε πολύ γέλιο και δεν απαιτούσε καθόλου χρήματα.

Δεν υπήρχε συγκεκριμένο θέμα. Ό,τι είχαμε στις ντουλάπες μας και καμιά φορά στις ντουλάπες των γιαγιάδων μας. Καμιά μαντήλα, καμιά υφαντή ποδιά και φυσικά το ταγάρι που ήταν σχεδόν μόνιμο αξεσουάρ και πήγαινε με οποιοδήποτε αποκριάτικο θέμα.

Για αρκετά χρόνια η αδερφή μου κι εγώ ήμασταν από τα λίγα παιδιά που είχαμε δική μας στολή, επειδή η μαμά μας ήταν μοδίστρα. Είχε πάρει κάποια ρετάλια, κάποια ξηλώματα, πολλή από την αγάπη της και φυσικά την αστείρευτη φαντασία της και μας είχε φτιάξει στολή μάγειρα. Στην κυριολεξία έλιωσε πάνω μας. Τη φορούσαμε για χρόνια. Στην αρχή η αδερφή μου, και μετά εγώ.

Όταν μεγάλωσα, κανονίζαμε πολλά παιδιά μαζί να ντυθούμε, κι έτσι μασκαρεμένοι γυρίζαμε όλο το χωριό. Ακόμη θυμάμαι τα γέλια που κάναμε όταν, οι γιαγιάδες κυρίως, δε μας αναγνώριζαν και έλεγαν άλλα αντί άλλων.

Φυσικά σε κάθε σπίτι που πηγαίναμε είχαμε και κέρασμα. Ήταν ένα τέχνασμα για να βγάλουμε τα γάντια μας κι έτσι να αναγνωρίσουν τουλάχιστον το φύλο μας.

Συνήθως τα αγόρια ντυνόντουσαν κορίτσια και το αντίστροφο. Φορούσαν μακριά φουστάνια με ελβιέλες κι είχαν πολλή πλάκα. Από το Σάββατο που άναβαν οι φωτιές στη πλατεία μέχρι τη Καθαρή Δευτέρα, ήμασταν άφαντοι. Πηγαίναμε σπίτι για να φάμε, να κοιμηθούμε και να δουν οι γονείς μας ότι ήμασταν καλά.

Στον δρόμο αν βρίσκαμε κανέναν περαστικό (το καλύτερό μας ήταν οι γιαγιάδες… οι γλυκούλες) τον πειράζαμε. Αλλάζαμε τις φωνές μας και τους λέγαμε διάφορα. Δεν υπολογίζαμε κρύο, βροχή ούτε κούραση. Περπατούσαμε ξανά και ξανά όλο το χωριό και το απολαμβάναμε.

Θυμάμαι μια φορά ένας συμμαθητής μου δεν είχε φορέσει τίποτα το συγκεκριμένο. Είχε βάψει όμως όλο το πρόσωπό του με μουτζούρα από το τζάκι. Όπου ακουμπούσε, λέρωνε. Άρα όπου πηγαίναμε αφήναμε μουτζούρες που δύσκολα θα έβγαιναν. Ήταν τόσο χαρούμενος με κάτι τόσο απλό. Την άχρηστη μουτζούρα.

Πολύ αργότερα έμαθα τη στολή της πριγκίπισσας κι ομολογώ πως δε με πείραξε καθόλου. Ακόμη και τώρα αν χρειαστεί να ντυθώ, ποτέ δεν επιλέγω κάποια συγκεκριμένη στολή. Βάζω ό,τι βρω μπροστά μου και δημιουργώ το ανάλογο θέμα.

Πριν μερικά χρόνια σε έναν αποκριάτικο χορό αποφασίζω μετά από πολύ καιρό να ντυθώ. Δεν έψαξα να νοικιάσω τίποτα. Βρήκα μια αστεία παλιά γραβάτα του άντρα μου, έβαλα ένα παντελόνι μαύρο, ζωγράφισα και μια μουστάκα δυο μέτρα κι ήμουν έτοιμη. Με ρώτησαν τα παιδιά μου τι είχα ντυθεί και τους είπα «μάγκας»!

Έτσι απλά. Δίχως έξοδα. Δίχως συγκεκριμένη στολή και καθόλου προετοιμασία. Απόκριες για μένα σημαίνουν γέλιο, αστεία, καλή παρέα και πειράγματα.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να στεκόμαστε στη στολή και να ξεχνάμε το κέφι που πρέπει να έχουμε εκείνες τις μέρες. Καλές Απόκριες με χορό, κέφι και καλή διάθεση!