Skip to main content

Καλώς ήρθατε στον πλανήτη Fortnite

Να, εμείς εδώ προσπαθούμε να συνηθίσουμε τη νέα μας γειτονιά. Τι γειτονιά δηλαδή; Ερημιά, κυρία Σουλτάνα μου. Βγαίνω έξω και δε βρίσκω ψυχή. Άσε που όλη την ώρα κυνηγιούνται κάτι μαλλιάδες με κάτι άλλους μαλλιάδες και γίνεται χαμός.

Χτίζουν, γκρεμίζουν, τρέχουν, μια φασαρία άλλο να στη λέω κι άλλο να την ακούς. Ούτε το μεσημέρι ξέρουν για ησυχία, ούτε το βράδυ. Και το χειρότερο δεν στο ‘χω πει. Δεν έχουν αφήσει ξύλο για ξύλο στην περιοχή. Να δω τι θα κάψουμε στο τζάκι.

Τα παιδιά έχουν προσαρμοστεί μια χαρά. Δε παθαίνουν τίποτα αυτά. Έχουν κάνει και κάποιους νέους φίλους. Τι φίλους δηλαδή. Εγώ δε τους έχω σε καμία εκτίμηση αλλά δε μιλάω. Τι να πω; Έχουν κάτι φάτσες, κυρία Σουλτάνα μου, να σου κόβεται η ψυχή απ’ την τρομάρα.

Ήρθαν, που λες, τις προάλλες δυο φίλοι του γιου μου. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Όμορφα παιδιά αλλά αδύνατα, λες κι ήταν ταμένα! Ρωτάω το κορίτσι «Πώς σε λένε;». «Bullseye» μου απαντάει. «Έτσι σε βαφτίσανε, πουλάκι μου, ή είναι χαϊδευτικό;» ρωτάω και μου λέει «Έτσι με βαφτίσανε».

Άκου όνομα! Να πεθαίνεις, να θες ένα ποτήρι νερό και να μη μπορείς να πετύχεις το όνομα για να το φωνάξεις.

Το αγόρι, ένα παλικάρι μέχρι κει πάνω, γεροδεμένο, λιγομίλητο και μου φάνηκε σεβαστικό. Το ρώτησα κι αυτό το όνομά του και μου είπε «Drift». «Είναι του παππού σου το όνομα ή σε είχανε πουθενά ταμένο, αγόρι μου;» το ρώτησα. Με κοίταξε και δε μου απάντησε. Δε συνεχίσαμε τη κουβέντα. Κατάλαβα πως μάλλον το στεναχώρησα. Ποιος ξέρει, κυρία Σουλτάνα μου, τι κρύβει κι αυτού του παιδιού η ψυχούλα του κι είναι τόσο λιγομίλητο.

Είχαν κι οι δύο σακίδια στους ώμους και φαινόταν να τους κουράζουν. Τους λέω «Αφήστε κάτω τα σακίδια μέχρι να φύγετε». «Αποκλείεται» μου λένε «έχουμε pump shotgun, heavy sniper και hand canon και τα χρειαζόμαστε». «Καμιά ζακετούλα όμως δεν πήρατε, βρε παιδιά, και ο καιρός έχει αγριέψει. Άσε που έχουμε και την εποχική γρίπη που ταλαιπωρεί τον κόσμο. Να σας δώσω εγώ από μία ζακέτα να την κρατάτε στα χεράκια σας κι αν κρυώσετε, τη φοράτε».

Πάλι δεν μου απάντησαν. Έχεις δίκιο, κυρία Σουλτάνα μου, μπορεί να ντρέπονταν αλλά και να τα αφήσω να κρυώσουν; Αυτά είναι τρελόπαιδα, δεν πάει το μυαλό τους στο κακό.

Έρχεται που λες μετά από λίγο ο Ηλίας, κατάκοπος. Κάθεται στο καναπέ ακίνητος, αμίλητος και μου φάνηκε λίγο κομμένο το χρώμα του. «Τι έγινε, αγόρι μου, τι έχεις;» τον ρώτησα. «Άσε, ρε μαμά, έφαγα knock».

Ε, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! «Πόσες φορές σου έχω πει να μην τρως τίποτα απ’ έξω; Δηλαδή θα πετάξω εγώ την ωραιότατη ψαρόσουπα που έχω απ’ το μεσημέρι, επειδή εσύ έφαγες αυτά τα knock, mock, tock, πώς στο καλό τα λένε; Αλλά βέβαια, οι βλακείες που σας ταΐζουν έξω είναι καλύτερες από το σπιτικό φαγητό. Τώρα αν αρχίσεις τους εμετούς, να μη μου μιλήσεις».

Του είπα, κυρία Σουλτάνα μου, όσα παίρνει μπροστά η σκούπα. Τρελόπαιδο όμως! Με κοίταξε, γέλασε και πήγε στο δωμάτιό του. Αχ, τι θα κάνω μ’ αυτή την εφηβεία δεν ξέρω.

Μη σε κουράζω όμως με τα δικά μας απ’ το τηλέφωνο. Πάρε τον κυρ Βαγγέλη κι ελάτε καμιά βόλτα κατά δω. Μη πάρετε αυτοκίνητο γιατί εδώ εμείς όλοι ερχόμαστε με αλεξίπτωτα. Καλέ, μη φοβάσαι, δε θα πέσεις. Μια χαρά είναι. Έχει και πλάκα. Θα σε δέσουνε κι εσύ απλά θα τους πεις «Θέλουμε να πέσουμε στη loot lake», θα έχω βγει εγώ στη βεράντα και θα σας δω.

Ελάτε, έχω και περγαμόντο να σας κεράσω. Καλό βράδυ, κυρία Σουλτάνα μου, σας περιμένουμε!

*Το συγκεκριμένο κείμενο θα το καταλάβουν μόνο οι γονείς που τα παιδιά τους έχουν μετακομίσει στη Loot Lake του Fortnite.