Skip to main content

Η ιστορία του Migo του φλαμίνγκο

Καλησπέρα σας! Ονομάζομαι Migo κι όπως βλέπετε είμαι ένα ωραίο ροζ φλαμίνγκο.

Μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα σχετικά με το όνομά μου. Θα σας εξηγήσω αμέσως πώς προέκυψε. Την ώρα που ο παπάς ρώτησε τον νονό μου ποιο θα ήταν το όνομά μου, εκείνος είδε έναν φίλο του και φώναξε «ε, amigo»! Και ο παπάς άκουσε «Migo».

Αργότερα στο σχολείο ήταν πιο εύκολο να με θυμούνται οι δάσκαλοι. Έβλεπαν ένα φλαμίνγκο κι αμέσως θυμόντουσαν το όνομα Migo. Ο φίλος μου ο αλιγάτορας, για παράδειγμα, αναγκαζόταν να γράφει το όνομά του σε ένα χαρτάκι και να το κολλάει πάνω του: «Mark, αλιγάτορας».

Έχω και πολλούς συγγενείς που ζουν εδώ στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη λίμνη Βιστωνίδα στην Ξάνθη. Υπέροχο μέρος! Πολλές φορές πηγαίνω να τους επισκεφτώ. Οι άνθρωποι στη λίμνη είναι πολύ φιλικοί και ιδιαίτερα φιλόξενοι.

Μια φορά όμως, μάλλον κατά λάθος, είχα ένα ατύχημα κι αν δεν ήταν η Χρύσα κι ο Χρήστος, δεν θα ήμουν τώρα εδώ. Η περιπέτειά μου ξεκίνησε ως εξής:

Ήταν άνοιξη, ο καιρός ζεστός και αποφάσισα να πάω μια βόλτα. Ρώτησα τους φίλους μου αν ήθελαν να ακολουθήσουν αλλά δυστυχώς δεν είχε κανείς τους διάθεση. Έτσι, λοιπόν, αφού ενημέρωσα τους συγγενείς μου, έφυγα για τη βόλτα μου που θα ήταν λίγο πιο μακρινή απ’ τη λίμνη. Νομίζω πως ήμουν κοντά στη λίμνη Σμοκόβου στην Καρδίτσα όταν άκουσα ξαφνικά τουφεκιές. Ήταν σίγουρα αρκετά κοντά μου. Προσπάθησα να αλλάξω κατεύθυνση και άρχισα να πετάω όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Είχα φοβηθεί τόσο πολύ που νόμιζα πως οι τουφεκιές ακούγονταν δίπλα μου. Πολύ δίπλα μου! Ξαφνικά… μπαμ! και βρέθηκα τραυματισμένος στη μέση του δρόμου. Άρχισα να κρυώνω και πονούσα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε γίνει. Ζαλιζόμουν. Συνέχισα να ακούω τουφεκιές αλλά όχι τόσο κοντά μου πια. Η ώρα περνούσε και νόμιζα πως θα πέθαινα. Ήθελα να κλάψω. Να φωνάξω μήπως με ακούσει κάποιο πουλί και με βοηθήσει.

Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν εκεί, στη μέση του δρόμου, όταν ξαφνικά είδα ένα αυτοκίνητο να έρχεται με ταχύτητα προς το μέρος μου. Έκλεισα τα μάτια από τρόμο. Μετά άκουσα ένα δυνατό φρενάρισμα και είδα μια γυναίκα να τρέχει προς το μέρος μου. Στην αρχή φοβήθηκα αλλά ήταν αδύνατο να κουνηθώ. Περνούσαν απ’ το μυαλό μου τα χειρότερα. Σκέφτηκα πως αυτό που δεν κατάφεραν οι κυνηγοί, θα το κατάφερνε αυτή η κυρία με τα φουντωτά μαλλιά.

Έβαλε τις φωνές και απ’ το αυτοκίνητο βγήκε ένας άντρας. Από την κουβέντα μεταξύ τους κατάλαβα πως τη γυναίκα την έλεγαν Χρύσα και τον άντρα Χρήστο κι ήταν ζευγάρι όπως η μαμά κι ο μπαμπάς μου. Με πήραν αγκαλιά και με έβαλαν στο αυτοκίνητό τους. Σε όλο το ταξίδι μιλούσαν για μένα. Για το πόσο σοβαρά είχα χτυπήσει, για το αν θα ήταν εύκολο να βρουν έναν γιατρό για να δει το τραύμα μου και άλλα σχετικά.

Μετά από τόση ταλαιπωρία, κοιμήθηκα μέσα στο αυτοκίνητο κι όταν ξύπνησα ήμουν στο σπίτι τους, μέσα σε ένα μεγάλο κλουβί. Άρχισαν να με φροντίζουν και να με ταΐζουν για να δυναμώσω, όπως λέγανε. Μέσα σε λίγες ώρες ένιωθα ήδη καλύτερα. Κατάφερα μάλιστα να σηκωθώ αλλά φυσικά ήταν αδύνατο να πετάξω.

Την επόμενη μέρα ήρθαν από ένα «Σύλλογο Προστασίας Άγριας Ζωής», αν το θυμάμαι καλά, και με πήραν. Πήγαμε σε ένα μέρος όπου φρόντισαν το τραυματισμένο μου φτερό κι έτσι σε λίγες μέρες με επέστρεψαν στη λίμνη Βιστωνίδα (αυτό έγραφε το βραχιολάκι που είχα στο πόδι μου), κοντά στους δικούς μου.

Μετά από αυτή τη περιπέτειά μου αποφάσισα δύο πράγματα. Πρώτον, να μην ξαναφύγω μόνος μου τόσο μακριά και δεύτερον, να μη ξαναφύγω ποτέ μόνος μου τόσο μακριά.

Υ.Γ. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή, απλώς τη μετέτρεψα σε παραμύθι.