Skip to main content

Η ιστορία του "Χαζομπετόβεν"

Το αγόρι ακούμπησε το αυτί του στην πρόσφατα βαμμένη πόρτα του δωματίου του. Μπορεί να ήταν σίγουρο ότι οι δικοί του απουσίαζαν μα ένας δεύτερος έλεγχος δεν έβλαπτε.

Η έντονη καταιγίδα δεν του επέτρεπε όμως να συμπεράνει αν όντως είχε δίκιο, το μαστίγωμα των τζαμιών από τη βροχή και οι απανωτοί κεραυνοί σκέπαζαν τον οποιοδήποτε ήχο. Με μια γρήγορη, σχεδόν άγαρμπη κίνηση πίεσε το πόμολο προς τα κάτω. Ποτέ δεν το τρόμαζαν τα καιρικά φαινόμενα, άλλα ήταν αυτά που φοβόταν...

Αφού διαπίστωσε ότι οι γονείς του είχαν πάρει όντως τον δρόμο για την κεντρική πλατεία όπου τους περίμενε κάποιος πελάτης αφού και οι δύο εργάζονταν ως μεσίτες, κινήθηκε προς τα αριστερά.

Τα βήματά του δεν ήταν σταθερά, αντιθέτως τρέκλιζε επικίνδυνα. Aυτό που είχε σκοπό να κάνει δεν το ήθελε κατά βάθος μα έπρεπε- ήταν ο μόνος τρόπος που είχε εκείνη την στιγμή για να εκτονωθεί. Η πόρτα άνοιξε με δυσκολία, πράγμα που είχε εξάλλου συνηθίσει ο δεκάχρονος καθώς κανείς δεν είχε μπει στη λογική να διορθώσει το “κουσούρι”της. Το απόλυτο σκοτάδι παραχώρησε τη θέση του στο γενναιόδωρο και κάπως ενοχλητικό φως του γλόμπου που κρεμόταν από το ψηλό ταβάνι με τις γύψινες γωνίες.

Οι παλμοί του άρχισαν να αυξάνονται καθώς έπιανε το κρύο αντικείμενο που είχε κρύψει μες την ευρύχωρη τσέπη του φούτερ του. Ίσως και να μην ήταν και τόσο καλή ιδέα, ίσως να ήταν ανάρμοστο, ίσως και να το είχε μετανιώσει, η μνήμη ωστόσο δεν του έδινε περιθώρια για δεύτερες σκέψεις, παραήταν “ενοχλημένη”.

Τα σχόλια που γίνονταν όλους αυτούς τους μήνες εις βάρος του είχαν φορτώσει απίστευτα την ψυχή και την καρδιά του. Αρχικά δεν τους είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία καθώς πίστεψε ότι θα ήταν απλά πειράγματα της στιγμής. Όταν όμως αυτά όχι μόνο δεν ελαττώνονταν αλλά αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, προβληματίστηκε πολύ. Οι κοροϊδίες συνοδεύτηκαν κάποια στιγμή κι από χειρονομίες και άσκηση βίας κυρίως στα διαλείμματα. Όλη η τάξη γνώριζε, κανείς δεν μιλούσε όμως.

Το αγόρι έβγαλε διστακτικά το σφυρί που είχε βουτήξει μέσα από την εργαλειοθήκη του πατέρα του. Καταπίνοντας το σάλιο του δυο τρεις φορές στεκόταν ανήμπορο μπροστά στο πιάνο που υπεραγαπούσε, κάτι μέσα του το συγκρατούσε από το να σπάσει τα πλήκτρα και να το καταστρέψει τελείως.

Κι εκεί που ήταν έτοιμο να φερθεί λογικά τα αυτιά του άρχισαν να βουίζουν από ατάκες μιας συγκεκριμένης παρέας του σχολείου, από λόγια που το μείωναν και το στενοχωρούσαν σε βάθος.

Με θολωμένο μυαλό και τρεμάμενα χέρια άρχισε να σπάει ένα ένα τα πλήκτρα του πιάνου, κανείς δεν θα γελούσε πια με το ταλέντο του, κανείς δε θα τον αποκαλούσε πλέον ”Χαζομπετόβεν”!

“Σταματήστε! Να, ορίστε, το χάλασα το πιάνο, δεν θα ξαναπαίξω πια, δεν...”

“Μα τι κάνεις;” ακούστηκε η θυμωμένη φωνή της μητέρας του που είχε επιστρέψει νωρίτερα από τη δουλειά.

“Με κοροϊδεύανε, μαμά, με γελοιοποιούσαν στο σχολείο επειδή συμμετείχα σε όλα τα σχολικά φεστιβάλ κλασικής μουσικής κι επειδή έχω στραβά δόντια! Κι εσύ, κι εσύ τι έκανες γι’αυτό, χαμογελούσες απλά και μου έλεγες πως ήμουν υπερβολικός.

«Μην μου πεις ότι σου κάνουν μπούλινγκ, αγάπη μου», είχες σχεδόν ειρωνευτεί. Ποτέ σου δεν κατάλαβες τι περνούσα, σε ένοιαζε μόνο η καριέρα σου...».

Tο αγόρι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, διακόπηκε από τη ζεστή αγκαλιά της μητέρας του, η οποία συνειδητοποιούσε πόσο πολύ εθελοτυφλούσε τόσον καιρό...