Skip to main content

Για σένα, μαμά μου, θα είμαι πάντα παιδί

Μεγάλωσα πια. Γκρίζα γίναν τα μαλλιά μου, κι όμως για σένα θα είμαι πάντα η μικρή. Θα με βλέπεις πάντα με τα μαλλάκια κομμένα αφέλειες τις οποίες μάλιστα ίσιωνες συχνά με το ξυραφάκι...

Καμιά φορά μάλιστα κολλούσα και ψείρες (εκείνη την εποχή ήταν συχνή «παρέα» πολλών από τους συμμαθητές μου) και καθόσουν με τις ώρες να ψάχνεις το κεφάλι και στο τέλος να βάζεις την απαίσια ψειρόσκονη και το βρακί στο κεφάλι για να ψοφήσουν μέχρι το άλλο πρωί.

Τώρα δεν το παρατηρείς πως ούτε καστανά είναι πια τα μαλλιά μου, ούτε ίσια, ούτε με αφέλειες.

Εσένα δε σε νοιάζει αυτό, και πάλι όταν χρειάζεται, κάθεσαι με υπομονή κι αγάπη να ψάξεις στη ψυχή μου. Αυτή τη φορά, να βρεις εκεί τις «ψείρες» και να τους ρίξεις τη μαγική σου σκόνη, να τις ψοφήσεις.

Πάντα με προστάτευες απ’ οτιδήποτε κακό. Από τον κρύο καιρό, που ακόμη και τώρα με παίρνεις τηλέφωνο να μου πεις να φορέσω κάτι πιο ζεστό και να ντύσω καλά τα παιδιά, μέχρι τις κακές παρέες που το μαγικό σου μάτι εντόπιζε πριν από εμένα.

Κι όταν πήγα σχολείο έκλαιγα που θα σε αποχωριζόμουν τα πρωινά. Κάθε πρωί με τραβούσε η αδερφή μου, κι εγώ αναζητούσα εσένα.

Φορούσα τη μπλε ποδιά μου στην οποία είχες κεντήσει τα αρχικά μου «ΔΜ». Μπορεί να μην ήταν ραμμένη από καινούριο ύφασμα αλλά από κάποιο ξήλωμα, την είχες κάνει όμως την πιο όμορφη του σχολείου. Ήσουν μια πολύ καλή μοδίστρα, όχι επειδή πήγες σε κάποια σχολή αλλά επειδή πάνω στο ύφασμα έβαζες την αγάπη και το μεράκι σου. Ευτυχώς που είχαμε κι εσένα κι έτσι φορέσαμε τα ωραιότερα ρούχα.

Κι όταν επέστρεφα από το σχολείο με ρωτούσες πώς τα πήγα στα μαθήματα. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι είχες ελέγξει και «σχολιάσει» αναλόγως τα Α’ και τα Β’ που είχα πάρει. Δεν ήξερες πολλά γράμματα αν και τα αγαπούσες πολύ. Ήθελες όμως εμείς να μορφωθούμε κι έτσι δε μας άφηνες να ανακατευτούμε καθόλου με τις δουλειές του σπιτιού. «Διαβάστε εσείς» μας έλεγες «έχετε χρόνια μπροστά σας για το νοικοκυριό, για το σχολείο δεν έχετε». Δεν διάβασες βιβλία, ούτε ζήτησες συμβουλές από ειδικούς σχετικά με το πώς να μάθουμε τη προπαίδεια, κι είναι πράγματι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που είχες βρει για να μας βοηθάς στα Αγγλικά χωρίς να ξέρεις ούτε λέξη απ’ αυτά. Στην ουσία τα έμαθες για να τα μάθουμε κι εμείς. Εσύ που τελείωσες μόνο ένα απλό Δημοτικό.

Ταξίδεψες για το χατίρι μας στο εξωτερικό. Σε χώρες ξένες που χωρίς να γνωρίζεις τη γλώσσα τους άλλαζες τις πτήσεις με φοβερή ευκολία. Ακόμη και τώρα δεν δυσκολεύεσαι να κάνεις μεγάλα ταξίδια, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, για να πας σπιτική χορτόπιτα με πλασμένο φύλλο, ψημένη στο ξυλόφουρνο ή για να δεις τα εγγόνια σου στη παρέλαση. Κι όλα αυτά για μας.

Δεν έβαψες ποτέ τα νύχια σου, ούτε έβαλες καμιά ενυδατική στο πρόσωπό σου για να προλάβεις τις ρυτίδες. Κι όμως τα χέρια σου είναι πάντα τόσο απαλά και ζεστά και το πρόσωπό σου τόσο χαμογελαστό κι όμορφο. Τα ρούχα σου απλά και σχεδόν πάντα ραμμένα από τα χεράκια σου κι όλα δείχνουν τόσο κομψά πάνω σου.

Στα δικά μου μάτια, η πιο όμορφη απ’ όλες.

Η πιο έξυπνη απ’ όλες.

Η πιο άξια απ’ όλες.

Η πιο μορφωμένη απ’ όλες.

Μα το σπουδαιότερο …η πιο γλυκιά ΜΑΜΑ απ’ όλες.

«Κι αν δε σου ‘γραψα τραγούδια

Κι αν δε σου ‘στειλα λουλούδια

Κι αν ακόμα δε στο πω

Ξέρεις πόσο Σ’ΑΓΑΠΩ.

Σ’αγαπώ πολύ-πολύ

Το μικρό σου το παιδί»

Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα σου λέω αυτό το ποιηματάκι, καλή μου μανούλα!