Skip to main content

Έμαθα να φοβάμαι τους ανθρώπους γύρω μου

Δεν ξέρω τι θα έχει απομείνει όταν τελειώσει όλο αυτό. Δεν ξέρω πόσοι θα έχουμε απομείνει και πόσοι θα έχουμε κλάψει κάποιον γνωστό, συγγενή ή γείτονα.

Δεν ξέρω αν θα έχουμε μάθει να πλένουμε σωστά τα χέρια μας, γιατί ίσως να έχουν λιώσει κι αυτά από το πολύ πλύσιμο. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν ξέρω πώς θα έχουμε απομείνει. Τι θα έχουμε αποθηκεύσει στην ψυχή μας.

Χθες πήγα για λίγο στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου. Ετοίμασα το χαρτί, την ταυτότητα, πήρα να πετάξω και τα σκουπίδια, φόρεσα γάντια, μάσκα και βγήκα.

Ήταν από τις ημέρες, τις λίγο μελαγχολικές. Συννεφιασμένος ουρανός και ψιλόβροχο. Δεν είχα πολλά στη λίστα μου, άρα θα τελείωνα γρήγορα. Έφτασα στο σούπερ μάρκετ κι ευτυχώς δεν υπήρχε ουρά να περιμένει έξω.

Τελείωσα γρήγορα τα ψώνια και περίμενα με υπομονή τη σειρά μου στο ταμείο. Αργούμε πολύ τις τελευταίες ημέρες, αλλά έτσι πρέπει.

Πλησίαζα στο ταμείο, όταν μπήκε μέσα μια γιαγιά. Από αυτές που αγαπώ ιδιαίτερα. Τις μικροκαμωμένες, με τα άσπρα μαλλάκια και τα μαύρα παπούτσια λουστρίνι. Τα πλακάκια στην είσοδο του μαγαζιού γλιστρούσαν λόγω της βροχής. Η γιαγιά ήταν ακριβώς δίπλα μου όταν παραπάτησε, γλίστρησε κι έχασε λίγο την ισορροπία της.

Αυθόρμητα την έπιασα από το μπράτσο και τη βοήθησα να σηκωθεί. Τη ρώτησα αν ήταν καλά κι αφού τίναξε τη σκόνη απ’ τη φούστα της, με ευχαρίστησε και συνέχισε τα ψώνια της. Όλα καλά.

Μέχρι να τελειώσω όμως η βροχή είχε λίγο δυναμώσει κι εγώ δεν είχα ομπρέλα μαζί μου. Κούμπωσα μέχρι πάνω το μπουφάν μου και με τα πάνινα παπούτσια μου πάτησα στην πρώτη λακούβα για να διασχίσω το δρόμο.

Όταν μπήκα στο σπίτι έσταζα από παντού. Ξεκίνησα να τακτοποιώ τα πράγματα στο ψυγείο και στο ντουλάπι. Άρχισε να πονάει λίγο το κεφάλι μου, αλλά δεν έδωσα σημασία. Συνηθισμένο φαινόμενο. Άρχισα να κρυώνω, άναψα για λίγο το καλοριφέρ (έχει πέσει αρκετά η θερμοκρασία).

Σε λίγα λεπτά άρχισα να έχω ρίγη. Σταμάτησα αυτό που έκανα. Πήγα στο δωμάτιό μου, έβαλα τις πιτζάμες μου και κουκουλώθηκα στο πάπλωμα για να συνέλθω.

Περνούσαν διάφορες σκέψεις από το μυαλό μου, αλλά κόλλησα σε μία. Στη γιαγιά του σούπερ μάρκετ που δε φορούσε ούτε μάσκα, ούτε γάντια. Μα γιατί κυκλοφορεί έτσι έξω; Παιδιά δεν έχει να της κάνουν τα ψώνια; Ο υπεύθυνος του καταστήματος γιατί δε τη σταμάτησε; Κι αν η γιαγιά ήταν φορέας;

Πού ξέρω εγώ πού αλλού είχε πάει πριν; Προσπαθούσα να θυμηθώ τις κινήσεις μου. Από πού την έπιασα κι αν μετά ακούμπησα το πρόσωπό μου. Τα γάντια τα είχα πετάξει πριν μπω στο σπίτι ή τα πέταξα με το που μπήκα; Πρέπει να σηκωθώ να απολυμάνω το πόμολο της πόρτας. Να βάλω για πλύσιμο τα ρούχα που φορούσα. Στην υψηλή θερμοκρασία για να σκοτωθούν τα μικρόβια.

Γιατί πήγα να το παίξω ηρωίδα; Άλλωστε κανείς άλλος δεν άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει, εγώ γιατί το έκανα;

Κι εκεί που είχε μαυρίσει η ψυχή μου από τις σκέψεις για την άτυχη γιαγιούλα, ξέσπασε δυνατή βροχή κι ο ήχος τα τζάμια, επανέφερε τη λογική μου. Είχε κολλήσει το μυαλό μου στον φόβο μου και «ξέχασα» να θυμηθώ ότι καθώς επέστρεφα από το σούπερ μάρκετ είχα βραχεί ως το κόκαλο. Ότι μπαίνοντας στο σπίτι δεν έβγαλα τα πάνινα παπούτσια και τις κάλτσες, που είχαν γίνει σαν βάρκες στο γυαλό αλλά παρέμεινα με αυτά μέχρι να τακτοποιήσω τα πράγματα. «Ξέχασα» ότι φυσούσε αρκετά κι έτσι όλο το νερό που υπήρχε στα ρούχα μου, ακουμπούσε πάνω μου σαν παγάκι.

Μέσα στον φόβο μου και στον πανικό μου, όλα τα «ξέχασα». Μόνο η γιαγιά ήταν στο μυαλό μου.

Συνειδητοποίησα ότι έμαθα να φοβάμαι τους ανθρώπους γύρω μου. Να τους αποφεύγω. Να αλλάζω διάδρομο και πεζοδρόμιο.

Κι αν χρειάζεται κάποιος βοήθεια; Θα κλείσω τα μάτια μου; Θα αλλάξω διάδρομο; Όχι!

Κι όταν τελειώσει αυτή η περιπέτεια; Δεν θέλω να μείνει αυτό στη ψυχή μου, όταν περάσουν όλα αυτά. Δεν θέλω να φοβάμαι να αγκαλιάσω τους φίλους μου. Δεν θέλω να τους αποφεύγω. Σίγουρα θα αλλάξουν πολλά, αλλά όχι αυτό.