Skip to main content

Ελλάδα - Κορωνοϊός: Ένας (όχι και τόσο) φανταστικός διάλογος

Ήταν λίγο πριν την άνοιξη του 2020. Μια κομψή κυρία, ντυμένη με ένα όμορφο γαλάζιο φόρεμα, περπατούσε ανάμεσα στα χωράφια και τα γέμιζε με τη νέα σπορά.

Περνούσε τραγουδώντας κάτω από τα μπαλκόνια και χρωμάτιζε τις γλάστρες με κόκκινα γεράνια. Έκανε σχέδια για τις Απόκριες και για το Πάσχα.

Ξαφνικά, άρχισε να μαυρίζει ο ουρανός. Άσχημα μαντάτα έφταναν από τα γύρω χωριά. Αρρώστιες, νοσοκομεία, θάνατοι...

Η κομψή κυρία συνέχισε να σχεδιάζει και να υποδέχεται τον όμορφο ανοιξιάτικο ήλιο. Τα σύννεφα όμως, δε γνωρίζουν από όρια. Όταν φτάσουν στο διπλανό χωριό, σύντομα φτάνουν και στο δικό μας.

Έτσι μια μέρα, εκεί που περπατούσε, ένιωσε ένα άγριο χέρι να την πιάνει από τον λαιμό. Ζαλίστηκε και ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει.

- Ποια είσαι εσύ που νομίζεις πως μπορείς να τριγυρνάς έτσι; Δε βλέπεις τα μαύρα σύννεφα; Δεν ακούς τα άσχημα μαντάτα;

- Εμένα με λένε Ελλάδα! Βγήκα μια βόλτα να απολαύσω την άνοιξη. Την αγαπώ αυτή την εποχή και μ’ αγαπά κι αυτή. Εννοείται πως είδα τα σύννεφα και στεναχωρήθηκα με τα άσχημα νέα των γειτόνων μου αλλά η ζωή συνεχίζεται. Εσύ όμως, ξένε, ποιος είσαι;

- Το όνομά μου δεν θα πρέπει να σε αφορά αυτή τη στιγμή. Ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο κι απ’ όπου περνάω αφήνω πίσω μου νεκρούς και στεναχώρια.

- Και τώρα, τι θέλεις από εμένα;

- Σου εξήγησα ότι ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο. Ήρθε λοιπόν και η δική σου η σειρά. Μήπως νόμιζες πως θα γλίτωνες; Πως θα έπαιζες μαζί μου και θα έχανα εγώ; Πολύ επιπόλαιη σκέψη!

- Είχαμε ακούσει κάποια πράγματα για σένα αλλά κανείς μας δε τα πήρε στα σοβαρά. Ήταν και το ανοιξιάτικο αεράκι που φυσούσε κι έτσι τις κραυγές από τα γύρω χωριά, εμείς τις ακούγαμε σαν ψίθυρους.

- Όλοι με έχουν χαρακτηρίσει με τα χειρότερα επίθετα. Κακώς, γιατί όπως όλοι οι καταστροφείς, έτσι κι εγώ πριν καταστρέψω ζητώ πρώτα τη συνεργασία. Εάν κάνετε ότι σας λέω, τότε εγώ θα πάρω αυτό που θέλω κι εσείς θα έχετε τις μικρότερες απώλειες. Οι γείτονές σου δε με άκουσαν. Άργησαν να κλείσουν τα σχολεία, άργησαν να πάρουν μέτρα, άργησαν να μείνουν στα σπίτια τους. Εσύ, Ελλάδα, τι θα κάνεις;

- Εγώ τι να κάνω; Πρέπει να συνεχίσω να εργάζομαι διότι πέρασα αρκετά δύσκολα. Πρέπει να πάνε τα παιδιά μου στο σχολείο γιατί δεν έχω κάποιον να τα προσέχει στο σπίτι. Πρέπει να βγω μια βόλτα με τους φίλους μου γιατί όλη την εβδομάδα είμαι πολύ πιεσμένη.

- Δυστυχώς θα αναγκαστείς να αλλάξεις όλα τα πρέπει σου και να ακούσεις τα δικά μου πρέπει:

Πρέπει να φοράς τη μάσκα σου, όταν βρίσκεσαι με άλλους, γιατί διαφορετικά το «ενδιαφέρον σου» για τον συνάνθρωπο θα γίνει η αιτία να τον στείλεις στο νοσοκομείο.

Πρέπει να πλένεις πιο συχνά τα χέρια σου, ηρέμησε δε είπε κανείς ότι είσαι βρώμικη, απλώς θα πρέπει να μάθεις να τα πλένεις πιο σχολαστικά.

Πρέπει να μείνεις στο σπίτι σου για όσο διάστημα αποφασίσω εγώ, διαφορετικά μπορεί να κρύβομαι σε κάθε σου βήμα, όπως τώρα που δε με περίμενες.

- Και οι γονείς μου; Φοβάμαι που θα είναι μόνοι τους. Ίσως είναι καλύτερα να τους πάω τα παιδιά μου. Αυτό θα είναι πιο ασφαλές για όλους.

- Τα παιδιά σου να τα κρατήσεις στο σπίτι σου! Μαζί σου! Ευκαιρία να παίξετε, να διαβάσετε, να δημιουργήσετε και γενικότερα να γνωριστείτε καλύτερα μιας και μου λες ότι λόγω υποχρεώσεων λείπεις πολλές ώρες από το σπίτι. Σε καμία περίπτωση να μη τα στείλεις στους γονείς σου, διότι θα είμαι κρυμμένος κάπου μέσα στη βαλίτσα τους και θα με βρει η μητέρα σου, καθώς θα τακτοποιεί τα ρούχα τους. Φαντάζεσαι τη συνέχεια, έτσι;

Η Ελάδα έγνεψε καταφατικά κι αφού συμφώνησαν μεταξύ τους, εκείνος έφυγε. Σίγουρα θα πήγαινε αλλού. Και ίσως, να επέστρεφε και πάλι.