Skip to main content

Ο φίλος του ο Λευτεράκης

Η τάση των μικρών παιδιών να επινοούν φανταστικούς φίλους είναι γνωστή και πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Ένας φανταστικός φίλος μπορεί να είναι εντελώς αόρατος, να κατοικεί στο φεγγάρι, να μπορεί να πετάξει ή ακόμη και να έχει τη μορφή ενός παιχνιδιού ή αντικειμένου, αλλά σίγουρα είναι κάποιος με τον οποίο το παιδί μιλά, παίζει και γενικά αλληλεπιδρά σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Οι φίλοι αυτοί είναι πολύ χρήσιμοι για τα παιδιά, καθώς με τη συμβολή τους αναπτύσσεται το γνωστικό και το συναισθηματικό κομμάτι της προσωπικότητάς τους.

Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά που δημιουργούν έναν φανταστικό φίλο φαίνεται πως διευρύνουν τη λεκτική τους έκφραση, αξιοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό τη δημιουργική σκέψη, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν ενσυναίσθηση και συναισθηματική νοημοσύνη.

Η ύπαρξη αυτών των «φανταστικών σχέσεων» εκπληρώνει παρόμοιους ρόλους με την πραγματική φιλία, υπό την έννοια ότι το παιδί δεν στερείται κοινωνικών εφοδίων αποτυγχάνοντας να δημιουργήσει σχέσεις. Αντιθέτως, τα παιδιά αντιλαμβάνονται αφενός ότι οι φανταστικοί τους φίλοι είναι όντως φανταστικοί αφετέρου ότι η εμφάνισή τους εξυπηρετεί έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο ή ανάγκη.

Κάποιοι συχνοί λόγοι επινόησης φανταστικών φίλων είναι είτε η διασκέδαση και το παιχνίδι, είτε η καταπολέμηση της ανίας σε στιγμές που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είναι απασχολημένα, είτε η προσπάθεια του παιδιού να μιμηθεί τους ενήλικες γονείς του και ο τρόπος να συμμετάσχει σε μία συζήτηση που μοιάζει με εκείνες των «μεγάλων». Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις πίσω από τέτοιου είδους συμπεριφορές εντοπίζεται η ύπαρξη αισθημάτων άγχους, μοναξιάς, φόβου, ενδεχόμενης παραμέλησης και η προσπάθεια διαχείρισής τους από το παιδί. Τότε είναι που οι φανταστικοί φίλοι λειτουργούν ως συναισθηματική ασπίδα και πηγή υποστήριξης, εκτόνωσης και παρηγοριάς.

Είναι σημαντικό σε πρώτο επίπεδο ως γονείς να αναζητήσουμε τη χρησιμότητα και τον λόγο ύπαρξης ενός φανταστικού φίλου, αντί να τον διακωμωδούμε ή να τον απαξιώνουμε. Είναι καλό να ακολουθήσουμε το παιδί σε όλη αυτή τη διαδικασία, παίρνοντας ίσως μέρος στο παιχνίδι με το φανταστικό φίλο του και προσπαθώντας αρχικά να ακούσουμε τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Έπειτα, ζητούμε από το παιδί να μας εμπλέξει στο παιχνίδι και να μας φέρει σε επαφή με τον φίλο του, ζητώντας του όμως να είναι εκείνος ο διερμηνέας. Με αυτόν τον τρόπο οριοθετούμε το χώρο που μπορεί να λάβει ένας φανταστικός φίλος στη ζωή μας και τη μεταξύ μας σχέση, επικυρώνοντας την επιθυμία έκφρασης μίας ανάγκης του. Δείχνουμε ότι το εμπιστευόμαστε, καθώς του δίνουμε πολύ σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της κατάστασης, ενισχύοντας την ίδια στιγμή και την αυτονομία του.

Το πιο ωφέλιμο στοιχείο αυτής της πρακτικής είναι η καλύτερη και σε μεγαλύτερο βάθος κατανόηση του παιδιού μας και των αναγκών του.