Skip to main content

"Έμαθα σε μεγάλη ηλικία ότι είμαι υιοθετημένη"

Είναι πλέον αποδεδειγμένο ερευνητικά ότι το ιστορικό της υιοθεσίας πρέπει να αποκαλύπτεται στο παιδί όσο πιο νωρίς γίνεται και να επαναλαμβάνεται με τον κατάλληλο για το γνωστικό του επίπεδο τρόπο, έως ότου ενσωματωθεί στη βιωματική του αντίληψη.

Κάποιες φορές όμως η αποκάλυψη της υιοθεσίας δεν γίνεται όσο το παιδί είναι μικρό και αυτό συμβαίνει είτε επειδή ένας από τους θετούς γονείς φοβάται την πιθανή επιβάρυνση που θα έχει το παιδί, είτε γιατί δεν θέλουν μεγαλώνοντας το παιδί να αναζητήσει τους βιολογικούς του γονείς. Ακόμα γιατί μπορεί να πιστεύουν ότι αν το παιδί γνωρίζει ότι είναι υιοθετημένο, ο δεσμός που θα δημιουργηθεί δεν θα είναι ισοδύναμος του δεσμού που δημιουργείται όταν υπάρχει και βιολογικός σύνδεσμος , ή πάλι γιατί επιθυμούν να προστατέψουν το παιδί τους από το κοινωνικό στίγμα, ιδιαίτερα σε πιο κλειστές κοινωνίες. Τέλος, είναι και κάποιοι που μεταθέτουν χρονικά τη στιγμή της αποκάλυψης θέλοντας να εξασφαλίσουν ότι το παιδί θα είναι σε θέση να διαχειριστεί την κρίση, αλλά με κάποιον τρόπο η ζωή τους παρασέρνει και καταλήγουν να μην το αποκαλύπτουν.

Με κάποιον τρόπο οι θετοί γονείς πείθουν τους εαυτούς τους ή κάποιες φορές πείθονται από τους οικείους τους ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το μάθει το παιδί, γεγονός που καθιστά την τήρηση του μυστικού εύκολη υπόθεση προσωρινά. Το παιδί όμως μεγαλώνοντας μπορεί να ανακαλύψει την αλήθεια σε οποιαδήποτε ηλικία (ιδίως σήμερα που έχει στη διάθεσή του την τεχνολογία). Μπορεί να το μάθει σερφάροντας (αρκετοί άνθρωποι ενδιαφέρονται για την γενεολογία τους), μπορεί να το μάθει όταν κάποιο πιστοποιητικό πέσει στα χέρια του, μπορεί να αποκαλυφθεί ως τυχαίο εύρημα μετά από ιατρικές εξετάσεις. Και όσο προχωράν τα χρόνια ακόμα και οι γονείς και οι συγγενείς, κάποιες φορές υποκύπτουν στην ανάγκη τους να είναι ειλικρινείς και αποκαλύπτουν όψιμα την αλήθεια.

Τι συμβαίνει ομως όταν ένας ενήλικας μαθαίνει ότι είναι υιοθετημένος; Κάθε άνθρωπος βιώνει μία μοναδική εμπειρία. Μερικοί βιώνουν πολύ αρνητικά συναισθήματα, όπως θυμό, κατάθλιψη ή άρνηση, ενώ κάποιοι άλλοι φαίνεται να αντιδρούν ηπιότερα ή και θεωρούν την αποκάλυψη ως θετική εμπειρία. Κάποιοι,όμως, νιώθουν ότι η γη φεύγει κάτω από τα πόδια τους και περνούν μία κρίση ταυτότητας που επιδρά σημαντικά τόσο στους ίδιους όσο και στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον. Η σχέση εμπιστοσύνης με τους γονείς μπορεί να κλονιστεί και πολλά ερωτήματα απαιτούν απαντήσεις.

Ο ενήλικας υιοθετημένος έχει να αντιμετωπίσει τόσο την εγκατάλειψη από τους βιολογικούς του γονείς όσο και τη συνειδητοποίηση ότι οι θετοί του γονείς μπορούσαν να του κρατάν μυστικό για πολλά χρόνια κάτι τόσο σημαντικό για τη ζωή του. Το αίσθημα της προδοσίας είναι συχνά παρόν. Συνήθως η έντονη ανάγκη του υιοθετημένου ατόμου να συνδέσει τα κομμάτια της ζωής του και να μάθει για τις ρίζες του, το ωθούν στην αναζήτηση των βιολογικών του γονέων, ανεξάρτητα από πόσο χρονών ήταν όταν έμαθε ότι είναι υιοθετημένο. Για τα άτομα, όμως, που το μαθαίνουν στην ενήλικη ζωή τους, ο χρόνος είναι αρκετά συμπιεσμένος, τόσο για να συνειδητοποιήσουν αυτό που έχει συμβεί όσο και για να αναζητήσουν αν και εφόσον το επιθυμούν μέλη της βιολογικής τους οικογένειας.

Αν η αναζήτηση αυτή είναι επιτυχής, τότε η αποκάλυψη της υιοθεσίας μπορεί να ενσωματωθεί επιτυχώς ως εμπειρία ζωής, χωρίς να αφήσει τραύματα. Στις περιπτώσεις, όμως,που είτε η επανένωση είναι ανεπιτυχής, είτε το υιοθετημένο άτομο αδυνατεί να βρει τις ρίζες του, το κενό παραμένει.

Σε αυτήν την περίπτωση η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο, αλλά και την οικογένειά του να επαναπροσδιορίσουν τους ρόλους τους και να επανεδραιώσουν τη σχέση εμπιστοσύνης.