Skip to main content

Από ποια ηλικία μιλάμε στο παιδί για το σεξ;

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Μετά το σχολείο και ενώ κατευθύνεστε προς το σπίτι, το παιδί σας δηλώνει περιχαρές: "Ο Γιωργάκης είπε ότι με τον μπαμπά καμιά φορά ξαπλώνετε στο κρεβάτι γυμνοί!"

Ψυχραιμία. Δεν είναι πολύ αργά να μεταναστεύσετε σε άλλη χώρα… Ξεκινώντας όμως από μία πιο διαλλακτική προσέγγιση, μήπως έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε στα παιδιά μας για θέματα σεξουαλικότητας;

Δεν υπάρχει σωστή και λάθος ηλικία για την αρχή της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, καθώς εξαρτάται από τη γνωστική και συναισθηματική ετοιμότητα του κάθε παιδιού.

Συχνά οι γονείς δίνουν βάση στην ενδελεχή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους σχετικά με την προσωπική τους υγιεινή ή διάφορους κοινωνικούς κανόνες και παραμελούν τα θέματα σεξουαλικότητας, κάνοντας τα έτσι «θέματα ταμπού». Είναι εξίσου πιθανό να αγνοούνται πράξεις των παιδιών που έχουν σεξουαλική χροιά, επομένως το παιδί να τις θεωρεί απαγορευμένες και μη αποδεκτές.

Κι όμως, έχει βρεθεί ότι τα επαρκώς διαπαιδαγωγημένα ως προς τη σεξουαλικότητα παιδιά είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν μεθόδους αντισύλληψης στην εφηβεία και να μην εκδηλώσουν επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά. Ακόμη, τα παιδιά που έχουν λάβει σεξουαλική ενημέρωση κατά την παιδική ηλικία, ξεκινούν αργότερα την σεξουαλική τους ζωή κατά την πρώιμη ενήλικη ζωή.

Ξεκινώντας, λοιπόν, τη συζήτηση γύρω από τη σεξουαλικότητα, με αφορμή κάποια ερώτηση που μπορεί να θέσει το παιδί, η απάντηση πρέπει να απαρτίζεται από ειλικρίνεια και πάντα από σαφήνεια γύρω από το θέμα που θα τεθεί.

Είναι πολύ σημαντικό να μιλήσουμε για τα μέρη του γυναικείου και του αντρικού σώματος με λέξεις που χρησιμοποιεί και η ιατρική (πέος, αιδοίο, όρχεις κ.λπ.) και όχι υποκοριστικά ή λέξεις που ενοχοποιούν τα επίμαχα αυτά μέρη.

Εξίσου σημαντική με την απάντηση δε, είναι και η μη- απάντηση, η παραδοχή δηλαδή της άγνοιας από την πλευρά του ενήλικα. Στην περίπτωση αυτή, ο γονέας δεσμεύεται ότι θα ψάξει την απάντηση και θα ενημερώσει το παιδί σε μεταγενέστερο χρόνο. Με τον τρόπο αυτό καλλιεργείται η εμπιστοσύνη από την πλευρά του παιδιού και η ασφάλεια ότι στην επόμενη απορία του μπορεί να απευθυνθεί στην οικογένεια και όχι σε συνομήλικους ή συμμαθητές, οι οποίοι πιθανώς να το παραπληροφορήσουν ή να τον χλευάσουν για την απορία του αυτή.

Μία φυσική τάση, τέλος, των παιδιών είναι να στρέφονται στο γονέα του ίδιου φύλου όταν πρόκειται για ερωτήσεις σεξουαλικού περιεχομένου. Η τάση αυτή, όταν εμφανίζεται, μπορεί να ενισχυθεί, καθώς το παιδί με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί μια υγιή ταυτότητα φύλου.

Καταληκτικά, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, αλλά και η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει εξαρτώνται από τη γνωστική και συναισθηματική ετοιμότητα του κάθε παιδιού, πάντα με γνώμονα την ειλικρίνεια και τη σαφήνεια από τη μεριά των γονέων.