Skip to main content

Το αγγελάκι της κορυφής

Έλαμπε το σπίτι μέσα στα γιορτινά του. Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Στο σαλόνι καμάρωνε φουντωτό και πολύχρωμο το πανύψηλο έλατο. Λογής- λογής στολίδια,φορτωμένα τα κλαδιά του. Αη –Βασίληδες, αγγελάκια, μπάλες, γιρλάντες, φωτάκια που αναβόσβηναν ρυθμικά. Κι από κάτω κουτιά μικρά και μεγάλα με πολύχρωμους φιόγκους και κορδέλες, περίμεναν να χτυπήσει δώδεκα για να μοιραστούν.

Απ’ την κουζίνα έρχονταν μεθυστικές μυρωδιές. Γλυκά και φαγητά ετοιμάζονταν να σερβιριστούν με επισημότητα στο γιορτινό τραπέζι.

Ο Γιωργής ήταν μόνος στο σπίτι. Οι γονείς του έλειπαν στην αγορά για τα τελευταία ψώνια. Το βράδυ θα υποδέχονταν το νέο χρόνο με συγγενείς και φίλους. Έπληττε αφάνταστα ο φιλαράκος μας. Σκάλισε για λίγο τα ξύλα που τριζοβολούσαν στο τζάκι, πέρασε στα γρήγορα όλα τα κανάλια της τηλεόρασης κι ύστερα βαρέθηκε κι έκατσε μουδιασμένος στο μεγάλο καναπέ απέναντι απ’ το στολισμένο δέντρο.

Τίποτε δεν τον ευχαριστούσε σήμερα τον Γιωργή. Μια μεγάλη λύπη του βάραινε την ψυχή, μα δεν μπορούσε να το πει σε κανέναν για να ξαλαφρώσει απ’ το βάρος. Εξάλλου οι μεγάλοι έχουν τις δικιές τους έννοιες, ποιος μπορούσε να τον καταλάβει;

Πάνε δυο μέρες τώρα που μάλωσε με το φίλο του το Θανάση. Είπαν βαριές κουβέντες μεταξύ τους. Ανακάτεψαν και τους γονείς τους στη λογομαχία τους. Έπεσαν και μερικές μπουνιές κι ο καυγάς ολοκληρώθηκε, αφήνοντας μια μελανιά στο μάγουλο του Θανάση και μερικά γδαρσίματα στο πρόσωπο του Γιωργή. Ύστερα έφυγε ο καθένας για το σπίτι του, ορκισμένοι εχθροί μια για πάντα. Κι ο λόγος; Τώρα που του έφυγε ο θυμός και μαλάκωσε η καρδιά του, σκέφτεται πως η αιτία ήταν ασήμαντη: Για το ποδόσφαιρο. Γιατί ,κατά τη γνώμη του Θανάση, ήταν άδικο για την ομάδα του το πέναλτι που σφύριξε ο διαιτητής ενώ για το Γιωργή, που ήταν αρχηγός της δικής του ομάδας, δίκαια σφύριξε πέναλτι ο διαιτητής. Λόγο στο λόγο, ήρθαν στα χέρια. Μάταια προσπαθούσαν οι άλλοι παίχτες να τους χωρίσουν. Στο τέλος τους παράτησαν κι έφυγαν.

Πόσο λυπάται σήμερα ο Γιωργής! Αυτοί, δυο καλοί φίλοι ,απ’ το νηπιαγωγείο μαζί, να φτάσουν να μισιούνται τόσο πολύ. Σκέφτεται πως ίσως τελικά να είχε δίκιο ο Θανάσης. Μπορεί να ήταν άδικο το πέναλτι. Αλλά τι να έκανε κι αυτός; Έπρεπε να υπερασπιστεί την ομάδα του, αλλιώς θα τον θεωρούσαν ανίκανο για αρχηγό. Ίσως να του έπαιρναν και την αρχηγία και να την έδιναν στο Γρηγόρη, μεγάλο του αντίζηλο. Α! όλα κι όλα, αυτό δεν το ήθελε με τίποτα ο Γιωργής. Όχι να του πάρει την αρχηγία μέσα απ’ τα χέρια ο Γρηγόρης! Ναι , μα πάλι, τι κατάφερε μ’ αυτόν του τον εγωισμό; Έχασε τον καλύτερό του φίλο.

Νιώθει τόση μοναξιά! Καυτά δάκρυα αυλακώνουν τα μάγουλά του. Δεν θέλει, δεν μπορεί να διασκεδάσει απόψε στο οικογενειακό τραπέζι.. Πρέπει να φιλιώσει με το Θανάση, να του ζητήσει συγγνώμη, να πάρει πίσω τις βαριές κουβέντες που του πέταξε πάνω στο θυμό του. Μα πάλι….πώς να κάνει την αρχή; Κι αν ο Θανάσης του αρνηθεί τη συγχώρεση; Αυτό θα τον πληγώσει ακόμα περισσότερο.

Έμεινε εκεί καρφωμένος στον καναπέ με τα μάτια κολλημένα στο αγγελάκι της κορυφής του δέντρου. Τι όμορφο που ήταν μέσα στο χρυσαφένιο του φόρεμα, με τις αστραφτερές κορδέλες και το λαμπερό στεφάνι στα κατάξανθα μαλλιά του!

Σιγά - σιγά οι βαριές σκέψεις καταλάγιαζαν στο νου του. Μια γαλήνη ήρθε κι άπλωσε το πέπλο της πάνω στην παιδική ψυχή του.

Και ξαφνικά το αγγελάκι της κορυφής ζωντανεύει, τινάζει τα φτεράκια του για να ξεμουδιάσει από την ακινησία του, αφήνει το κλαδί του και φτερουγίζει μπροστά στα έκπληκτα, θλιμμένα μάτια του Γιωργή.

-Είδα την ταραχή της καρδιάς σου, μικρέ μου φίλε, από την κορφή του δέντρου κι ένιωσα τη μεγάλη σου θλίψη. Είμαι το αγγελάκι των Χριστουγέννων. Όλα τα είδα και τα άκουσα εκείνη τη νύχτα των θαυμάτων. Τη νύχτα της αγάπης, της ταπείνωσης και της συγγνώμης. Ήμουν κι εγώ εκεί μαζί με τους βοσκούς και τους μάγους. Δόξασα μαζί με τα άλλα αδέρφια μου το μεγαλείο του Θεού και το μέγεθος της αγάπης του. Μιας αγάπης αληθινής, χωρίς όρια, χωρίς ανταλλάγματα.

Είδα το βασιλιά να γεννιέται σε ένα φτωχικό σπήλαιο χωρίς τιμές και δόξες, για την ευτυχία των ανθρώπων. Είδα έναν γυμνούλη Χριστό , που ήρθε να ζεστάνει τις καρδιές μας απ’ την παγωνιά του μίσους και της κακίας, να ζεσταίνεται από τα χνώτα των ταπεινών ζώων. Κι η φτωχική σπηλιά να γεμίζει από ένα φως που δεν ήταν του κόσμου τούτου. Κι εμείς, δεκάδες άγγελοι ν’ ανεβοκατεβαίνουμε τα ουράνια ψάλλοντας:

Δόξα εν υψίστοις Θεώ κι επί γης ειρήνη

εν ανθρώποις ευδοκία.

Μη βασανίζεσαι άλλο, καλό μου παιδί. Δες πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους, ώστε να στέλνει το μονογενή του στη γη. Τη μια να γεννιέται, την άλλη να σταυρώνεται. Γιατί άραγε, εσύ ο μικρός Γιωργής, να μην μπορείς να κάνεις το ίδιο για τον αγαπημένο σου φίλο; Τι θα σου κοστίσει νομίζεις; Τίποτε δε θα χάσεις. Αντίθετα θα κερδίσεις τη γαλήνη της ψυχής σου.

Αυτά είπε το αγγελάκι και πέταξε πάλι παίρνοντας τη θέση του στην κορυφή του δέντρου. Αναγάλλιασε η ψυχή του Γιωργή κι όμορφες, χαρούμενες σκέψεις ανακατεύονταν τώρα στο μυαλό του. Στη στιγμή πήδηξε από τον καναπέ και γονάτισε μπροστά στο στολισμένο δέντρο. Έψαξε ένα-ένα τα πακέτα, διάβασε τις ετικέτες με τα ονόματα και στάθηκε σ’ ένα μεγάλο πολύχρωμο πακέτο. «Για τον Γιωργή», έγραφε η ετικέτα του. Το πήρε στα χέρια του. Η αγάπη φούσκωνε την καρδιά του και πλημμύριζε το είναι του. Στα γρήγορα βρήκε ένα στυλό, έσβησε το «για» και στη θέση του έγραψε «από». «Από τον Γιωργή», έγραφε τώρα η ετικέτα του δώρου. Λάμπουν τα μάτια του από τη χαρά που θα δώσει μα κι από τη χαρά που θα πάρει, όταν θα φιλιώσει με το Θανάση.

Μια και δυο φορτώνεται το πακέτο και βγαίνει από το σπίτι. Φτερά βάζει στα πόδια του και τρέχει. Έχασε ήδη πολύ χρόνο. Τώρα ανυπομονεί να φτάσει στο σπίτι του Θανάση. Κάνει κρύο, παγωνιά μα η αγάπη κρατά ζεστή τη μικρούλα καρδιά κι αψηφά τον καιρό.

Να το! Έφτασε. Φωτεινό και στολισμένο φάνηκε μπροστά του το σπίτι του φίλου του. Χτυπά η καρδιά να σπάσει. Πλησιάζει σκυφτά κι αθόρυβα. Ακουμπά το πακέτο στο σκαλί. Μια τελευταία ματιά τριγύρω. Ησυχία. Χτυπά βιαστικά το κουδούνι της εξώπορτας κι εξαφανίζεται αστραπιαία πίσω από έναν φουντωτό θάμνο, που από πριν είχε ανακαλύψει. Παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Σε λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα ανοίγει. Η μητέρα του Θανάση βλέπει το κουτί, το σηκώνει, διαβάζει την ετικέτα, το παίρνει μέσα, κλείνει πίσω της την πόρτα. Μα ο Γιωργής δεν ησυχάζει. Δεν κουνάει βήμα απ’ την κρυψώνα του. Κι αν ο Θανάσης δεν δεχτεί το δώρο του; Κι αν ανοίξει τώρα αμέσως την πόρτα και πετάξει το πακέτο έξω; Περνούν τα δευτερόλεπτα αργά, θαρρείς αιώνες. Το μικρό κορμάκι τρέμει, η ψυχή φτερουγίζει, νομίζεις θα φύγει από τη θέση της. Είναι απ’ το κρύο άραγε ή απ’ την αγωνία; Και να! Η πόρτα ανοίγει, η αγωνία κορυφώνεται. Είν’ ο Θανάσης, μόνος, χωρίς το κουτί στα χέρια. Κοιτάει τριγύρω. Ερημιά. Μπαίνει και ξανακλείνει. Αυτό ήταν! Τώρα μπορεί να φύγει ήσυχος.

Φτάνει στο σπίτι του παγωμένος κι ευτυχισμένος. Ευτυχώς οι γονείς του δεν έχουν επιστρέψει. Ίσα που προλαβαίνει να ντυθεί και να συνέλθει απ’ το κρύο, όταν ακούει τα κλειδιά στην πόρτα. Τους βοηθά να ξεφορτώσουν τα ψώνια και να ετοιμάσουν το γιορτινό τραπέζι. Το κέφι του πρόσεξε και η μητέρα και την ώρα που έστρωναν μαζί τα κατάλευκο, κολλαρισμένο τραπεζομάντιλο τον ρώτησε:

-Σαν πολλά κέφια σήμερα, Γιωργή μου! Σου συνέβη κάτι ευχάριστο;

-Ναι, κάτι μου συνέβη, μανούλα μου, όχι απλώς ευχάριστο. Υπέροχο, μοναδικό, σούπερ, φωνάζει κατενθουσιασμένος και κλείνει το μάτι στο αγγελάκι της κορυφής στέλνοντάς του ένα μεγάλο «ευχαριστώ» απ’ την καρδιά του. Και σαν να του φάνηκε πως κι εκείνο ανοιγόκλεισε βιαστικά τα φτεράκια του για να του πει «Μπράβο σου!».

Θα σου εξηγήσω όταν θα ανοίγουμε τα δώρα. Εξάλλου τώρα δεν προλαβαίνουμε. Όπου να ‘ναι οι καλεσμένοι μας θα φτάσουν.

-Σωστά μικρό μου. Τι λογικό παιδάκι που είσαι! του χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Μου δίνεις μεγάλες χαρές, Γιωργή μου, στη ζωή μου. Είσαι ο άγγελός μου, είπε η μητέρα και τον φίλησε γλυκά στο μέτωπο.

«Έχω κι εγώ τον άγγελό μου, σκέφτηκε την ίδια στιγμή ο Γιωργής και μάλιστα τον άγγελο της φάτνηςαυτοπροσώπως. Μεγάλη υπόθεση. Τι θα γινόμουν χωρίς αυτόν!

Οι καλεσμένοι έρχονταν ο ένας μετά τον άλλο φορτωμένοι δώρα και γλυκά. Ήταν μια όμορφη, ζεστή βραδιά, γεμάτη ευχές κι αγάπη. Την ώρα που μοιράζονταν τα δώρα η μητέρα δεν βρήκε το πακέτο του Γιωργή. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για εξηγήσεις. Πήγαν παράμερα κι oΓιωργής τα διηγήθηκε όλα απ’ την αρχή ως το τέλος. Η μητέρα συγκινημένη τον αγκάλιασε και του ευχήθηκε να περισσεύει η αγάπη μέσα του όχι μόνο για τους φίλους του αλλά και για τους εχθρούς του.

Την άλλη μέρα το πρωί- πρώτη μέρα του νέου χρόνου- το δώρο του Γιωργή ήρθε από το τηλέφωνο:

- Έρχεσαι σπίτι μου να παίξουμε με το καινούριο μου παιχνίδι; Το βρήκα στα σκαλιά του σπιτιού μου και είναι σούπερ!