Skip to main content

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΠΑΜΠΑΣ: Ένα γράμμα για σένα, μπαμπά μου!

Πάλι σε πήρα τηλέφωνο για να έρθεις. Πρέπει να τους πας σχολείο κι εμένα στη δουλειά. Κι όπως πάντα δεν είπες όχι. Άλλωστε το κάνεις χρόνια αυτό το δρομολόγιο, χωρίς ποτέ να παραπονεθείς.

Είσαι εκεί όταν σε χρειάζομαι κι ας μην κάνω κι εγώ πάντα το ίδιο. Mε ήλιο, με βροχή, μπορείς, δεν μπορείς, θέλεις, δεν θέλεις, ποτέ δεν αρνήθηκες τη βοήθειά σου. Μάλλον σ’ αρέσει να μας βοηθάς. Θέλεις να μας βοηθάς.

Άλλωστε αυτό έκανες πάντα. Όταν ήμουν μικρή με τράβαγες από το κρεβάτι για να με πας προπόνηση και κάθε Κυριακή με ξύπναγες πρωί πρωί και με πήγαινες στο βουνό για να τρέξουμε, να πηδήξουμε σε αυτοσχέδια σκάμματα και μετά να με πας για μπουγάτσα και κακάο. Πόσο πολύ νευρίαζα που έχανα τον κυριακάτικο ύπνο.

Ποτέ δεν κατάλαβα ότι απλώς προσπαθούσες να με κάνεις καλύτερη. Ότι είχες όνειρα για μένα κι ήθελες να πετύχω. Ήθελες να γίνω αυτό που έβλεπες ότι μου άξιζε.

Δεν το καταλάβαινα τότε. Δε μιλούσες όμως κι εσύ πολύ. Μόνο με τις πράξεις μιλούσες. Με τραβούσες να ανέβω κι εγώ νόμιζα ότι απλώς με καταπίεζες. Γιατί ήσουν και πολύ αυστηρός. Δεν θα βγεις, δεν θα πιεις, μην καπνίσεις… όλο δεν και μην.

Το πρώτο αγόρι μου που γνώρισες, που τόλμησα να μιλήσω γι' αυτόν, ήταν ο άντρας που παντρεύτηκα. Δεν τόλμησα ποτέ να μιλήσω για αγάπες κι έρωτες, μιας και φοβόμουν πώς θα αντιδράσεις. Εσύ, μεγαλωμένος με τον πατροπαράδοτο, ελληνικό τρόπο, δεν θα μπορούσες να διανοηθείς ότι το μικρό σου το κορίτσι βγαίνει, ξενυχτάει, πάει διακοπές, κάνει χαζομάρες με φίλους και φλερτάρει.

Κι εγώ όμως σε υπάκουα χωρίς αντιρρήσεις. Νομίζω ότι ήμουν καλή κόρη. Πάντα επέστρεφα στην ώρα μου, διάβαζα, δεν ζητούσα παράλογα πράγματα, δεν ξόδευα άσκοπα, δεν αντιμιλούσα. Δεν ήθελα για κανέναν λόγο να με κοιτάξεις με εκείνο το θανατηφόρο βλέμμα, που μόλις μου το ‘ριχνες πάγωνε το αίμα μου.

Αυτό το βλέμμα έφτανε για να είμαι αυτή η κόρη που ήθελες. Δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνεις κάτι παραπάνω για να επανέλθω στην τάξη.

Πόσα πράγματα στερήθηκες για να με μεγαλώσεις, να με σπουδάσεις, να με παντρέψεις. Δούλευες από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μη μας λείψει τίποτα. Θυμάμαι μια Κυριακή που έφευγα για την πόλη που σπούδαζα, μου ‘δωσες το καθιερωμένο χαρτζιλίκι της βδομάδας- 20.000 δραχμές- και λίγο πριν αποχωρήσω άκουσα κατά λάθος πως δεν είχες πληρωθεί παρά μόνο τα χρήματα που είχες δώσει σε εμένα. Θέλησα να τα μοιραστούμε, όμως εσύ επουδενί δεν ήθελες να μου τα στερήσεις.

Και τώρα που μεγάλωσα και σου έκανα εγγόνια το μόνο που σε νοιάζει είναι να μην λείπει τίποτα στα παιδιά μου.

Πόσο σ’ αγαπάνε τα παιδιά μου! Πώς και πώς περιμένουν να έρθεις στο σπίτι να τους φέρεις τις καθιερωμένες σοκοφρέτες. Ακόμα και τώρα που μεγάλωσαν τις περιμένουν. Κι εγώ την περιμένω. Η Βιβή στα γενέθλιά σου πέρυσι σου έφτιαξε μια κάρτα στο σχήμα της σοκοφρέτας. Πόσο χάρηκες!

Να ήξερες, μπαμπάκα μου, πόσο σε καμαρώνω και σε θαυμάζω. Σ’ αυτήν την ηλικία να μας είσαι απαραίτητος κι αναντικατάστατος. Πάντα ντούρος κι ακούραστος να πηγαινοέρχεσαι και να γίνεσαι χίλια κομμάτια για όλους μας.

Ποτέ δεν μας είπες μια κακή κουβέντα. Πάντα διακριτικός και δίκαιος, ποτέ δεν μπλέχτηκες στις υποθέσεις μας.

Είσαι ο ιδανικός πατέρας και πάντα ευχόμουν ο πατέρας των παιδιών μου να είναι σαν και σένα. Καλός και δοτικός.

Και τα κατάφερα καλά, γιατί κι αυτός είναι σαν κι εσένα. Σε βλέπω πολλές φορές στα μάτια του, στα λόγια του, στις πράξεις του. Κι αυτός σαν κι εσένα τρέχει όλη μέρα στη δουλειά, στις προπονήσεις, στις δραστηριότητες. Γκρινιάζει λίγο, αλλά δεν λέει όχι ποτέ. «Μπαμπά θέλω καινούρια ποδοσφαιρικά», «Μπαμπά, πήγαινέ με στον φίλο μου», «Μπαμπά, έλα να με πάρεις», «Μπαμπά, είδα ένα ωραίο φόρεμα»… Μπαμπά, πάμε εδώ, πάμε εκεί. Όλο ζητάνε, κι αυτός κάνει τον ταξιτζή- και τον χορηγό βέβαια.

Νομίζω ότι η δική του δουλειά είναι λίγο πιο δύσκολη από τη δική σου, μιας και η σημερινή εποχή είναι πιο απαιτητική από τη δική μας. Περισσότερα έξοδα, περισσότερες απαιτήσεις, λιγότερα έσοδα, λιγότερος σεβασμός. Ο ρόλος του είναι λίγο πιο δύσκολος. Γιατί κι αυτός δεν θέλει να τους στερήσει τίποτα, κι αυτός έχει όνειρα για τα παιδιά του, όμως οι εποχές είναι πιο δύσκολες. Κι έτσι όπως μάθαμε εμείς από τους δικούς μας γονείς, θέλουμε να τους παρέχουμε τα πάντα. Να τα μεγαλώσουμε, να τα σπουδάσουμε, να προοδεύσουν, να κάνουν τα όνειρά τους, τις φιλοδοξίες τους πραγματικότητα. Δεν απολαμβάνει όμως την ίδια ευγνωμοσύνη και σεβασμό, μιας και τα παιδιά σήμερα είναι πιο απαιτητικά και σκληρά.

Τον βλέπω όμως να προσπαθεί να είναι άξιος πατέρας. Έχει την αγωνία κι αυτός να μην γυρίσει ποτέ κάποιο παιδί του να πει ότι δεν του έδωσε όσα ζητούσε. Ότι δεν έτρεξε γι’ αυτό όσο του άξιζε. Ότι δεν το βοήθησε να γίνει αυτό που μπορούσε και ονειρευόταν.

Δύσκολη τελικά η δουλειά του πατέρα! Γιατί, κακά τα ψέματα, ο πατέρας δεν είναι μάνα. Η μάνα έχει άλλη αναγνώριση. Ο μπαμπάς είναι λίγο πιο αδικημένος. Δεν αναγνωρίζεται και τόσο η προσφορά του. Τα παιδιά θεωρούν υποχρέωση και των δύο γονιών να προσφέρουν, όμως ο πατέρας δεν ανταμείβεται όσο η μάνα. Με τόσα φιλιά, με τόσα χάδια και με λόγια γλυκά.

Η δική του στάση πρέπει να είναι πιο δωρική και σοβαρή. Πρέπει να είναι βράχος και να το δείχνει. Να βάζει όρια και να τα διατηρεί. Να μη λυγίζει ούτε στα δύσκολα, ούτε στα εύκολα. Μόνο έτσι τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι έχουν έναν προστάτη, στον οποίο μπορούν να στηριχτούν ανά πάσα στιγμή και σε κάθε περίπτωση. Και γιατί τα παιδιά, παρόλο που αντιδρούν και αντιστέκονται, τα θέλουν τα όρια και τους κανόνες. Τους δίνουν τη σωστή κατεύθυνση, μια πυξίδα για τη ζωή.

Υπάρχουν όμως κι οι στιγμές που ο πατέρας γίνεται παιδί. Σ’ αυτό είστε τυχεροί, γιατί ο χρόνος που αφιερώνετε στα παιδιά σας είναι ποιοτικός, ουσιαστικός. Δεν αναλώνεστε στα «διάβασε», «κοιμήσου», «άσε το tablet», όπως κάνει η μάνα. Όταν είστε μαζί τους παίζετε, κάνετε αστεία, γελάτε, μιλάτε, ανταλλάσετε σκέψεις και πραγματικά δένεστε.

Αν υπάρχει λοιπόν μια λέξη, πέραν της «αγάπης», που αισθανόμαστε εμείς οι κόρες, τα παιδιά για τους πατεράδες μας, τους μπαμπάδες μας, είναι η «ευγνωμοσύνη».

Γι’ αυτό κι εγώ σ’ εσένα, μπαμπάκα μου, και σ’ εσένα, πατέρα των παιδιών μου, οφείλω και λέω ένα μεγάλο «Ευχαριστώ» για όλα αυτά που αγωνίζεστε για να προσφέρετε στα παιδιά σας με μόνο αντάλλαγμα την υπερηφάνεια που νιώθετε για τα κατορθώματά τους.